Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2006

Γείτονες – Τα πλάσματα του πάνω ορόφου - Ο εγγλέζος

Μετά από ένα διάστημα χωρίς κανέναν πάνω από το κεφάλι μας έρχεται η είδηση. Το διαμέρισμα νοικιάστηκε. Κλασσικές συζητήσεις και αναλύσεις με το τι φρούτα θα μπορούσαν να μας έρθουν.

Μια μέρα όταν επέστρεψα σπίτι είδα την είσοδο γεμάτη χώματα, πιο πολλά και από του κήπου, με κατεύθυνση προς το ασανσέρ. Είχαν έρθει. Τετραμελή οικογένεια. Ο πατέρας με τη σύζυγο του και τα δυο παιδιά τους. Ήταν εγγλέζοι. Αυτό ήταν καλό; Ήταν κακό; Κανείς δε μπορούσε να ξέρει μέχρι να πέσει η αυλαία.

Τον πρώτο καιρό έκαναν πολύ φασαρία. Ακούγαμε τα παιδιά να μαλώνουν μεταξύ τους. Τους γονείς να φωνάζουν στα παιδιά, που μάλωναν, και τέλος τις διαμαρτυρίες των παιδιών. Όλα αυτά συνήθως συνέβαιναν μετά την αποχώρηση των φίλων τους που έρχονταν να παίξουν την κιθαρούλα τους, να τραγουδήσουν και να πιουν μερικά καφάσια μπύρες. Γενικότερα θα μπορούσε κάποιος να πει πως υπήρχε ζωή στο διαμέρισμα.

Με το πέρασμα του καιρού… η φασαρία δε μειώθηκε. Δεν πιστεύω να γνώριζαν την ύπαρξη των χαλιών γιατί, χειμώνα – καλοκαίρι, οτιδήποτε ακουμπούσε το πάτωμα ήταν μια πρόκληση για τα αυτιά μας. Να αναγνωρίσουμε τι το προκάλεσε και να δημιουργήσουμε ιστορίες γύρω από τη φωτιά. Θυμάμαι σε μια συγκέντρωση της πολυκατοικίας είχαν εκφράσει το παράπονο πως δεν ανοίγουμε πολύ τα καλοριφέρ και αναγκάζονται να ανάβουν το φούρνο για να ζεσταθούν.

Κάποια στιγμή χώρισε με τη γυναίκα του ή απλά τον παράτησε. Μετά από ένα διάστημα τον εγκατέλειψαν και τα παιδιά του. Βαρέθηκαν να μαλώνουν μαζί του. Το όλο σκηνικό είτε τον έριξε αφάνταστα είτε του άνοιξε περισσότερες πόρτες προς τη μπύρα. Όποτε είχε αέρα δεν άκουγα το θρόισμα των φύλλων αλλά τα μπουκάλια που είχε στο μπαλκόνι του να πέφτουν.

Η προφορά του «εγγλέζου», όπως τον αποκαλούσαν όλοι, αν και καθηγητής φυσικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών, ήταν χάλια. Είτε προσπαθούσε να μιλήσει ελληνικά είτε αγγλικά. Ποτέ δεν κατάλαβα αν οφείλονταν στο ότι δεν ήξερε να μιλήσει ή δεν μπορούσε από το μεθύσι. Πολλές φορές τον είχαν δει να προσπαθεί να ανοίξει με το κλειδί της εξώπορτας την είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας. Άλλες φορές τον βρίσκαμε να κοιμάται έξω από τη δικιά μας, κρατώντας το κλειδί στο χέρι του.

Δε θα ξεχάσω μια μέρα που είχα άδεια και ήμουν μόνος στο σπίτι. Όλα κυλούσαν όμορφα και ήρεμα. Όταν ένας περίεργος ήχος τα κατέστρεψε όλα. Ερχόταν από τα μέσα υπνοδωμάτια. Τι τον προκαλούσε; Σταγόνες νερού που έπεφταν από το ταβάνι, στο σημείο που περνάνε οι σωλήνες για τα καλοριφέρ. Ξεπερνάω το πρώτο σοκ και πάω στον πάνω όροφο να δω τι συμβαίνει.
Η πόρτα μισάνοικτή. Χτυπάω. Καμία απάντηση. Την ανοίγω και φωνάζω για να κάνω αισθητή την παρουσία μου. Τίποτα. Μπαίνω μέσα φωνάζοντας ξανά και άρχισα να κατευθύνομαι προς την κουζίνα που ακούγονταν νερά να τρέχουν. Το σπίτι γενικότερα ήταν πλημμυρισμένο. Κάτι σαν παραλία χωρίς βοτσαλάκια. Διασχίζοντας το διάδρομο του διαμερίσματος έλεγα πως είτε θα βγει από κανένα δωμάτιο κρατώντας τσεκούρι είτε θα δω κανένα πτώμα. Ευτυχώς τίποτα από τα δύο δε συνέβη. Ήταν απλά ένα άδειο διαμέρισμα, και ένας σπασμένος σωλήνας στο νεροχύτη το είχε μετατρέψει σε πισίνα. Η πόρτα ήταν ανοιχτή για τους περαστικούς. Κάτι καθημερινό. Άφησα το εγκεφαλικό να περάσει και έτρεξα να κλείσω το γενική παροχή νερού του ορόφου του. Βγαίνοντας έξω τον είδα να κάνει βόλτες στο δρόμο. Φορούσε το σακάκι του και το βρακί του. Τον πλησιάζω και του αναλύω την κατάσταση.
«Τι ώρα είναι;», με ρωτάει
Του λύνω την απορία, ήταν κάπου 10 με 11 το πρωί
«Μέρα ή νύχτα;»

Μερικούς μήνες μετά πέθανε. Το διαμέρισμα άδειασε ξανά.



Χρειάστηκαν κάπου στους τρεις μήνες δουλειάς από το πρωί έως το βράδυ για να μπορέσουν να επαναφέρουν το σπίτι σε κατάσταση να μπορέσει να μείνει κάποιος μέσα. Ήταν ένα μαύρο καλοκαίρι γεμάτο ζέστη και πολύ φασαρία, από ένα άδειο διαμέρισμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: