Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2006

Ευχές...

Θα ήταν πολύ ευχάριστο όταν στα γενέθλια κάποιος εύχεται «να τα εκατοστίσεις!» να διευκρινίζει σε τι αναφέρετε!



Δευτέρα, Ιανουαρίου 16, 2006

και κλάμα η κυρία..

Ανοίγει απότομα η πόρτα και μπαίνει κλαίγοντας! Διαλέγει τη γωνία δίπλα από το γίγαντα, στρογγυλοκάθετε στο πάτωμα και το κλάμα συνεχίζει. Ευτυχώς πριν από καμιά βδομάδα είχε περάσει ένας «πλανόδιος» και είχαμε εφοδιάσει το stock μας από μυξομάντιλα για να έχουμε να δίνουμε.

Βρε καλή μου βρε χρυσή μου τι συνέβη; Γιατί κλαις; Τι σου έκαναν; Ξεκινά να μας κάνει την περιγραφή αλλά λίγο η συγκίνηση, λίγο τα νεύρα της, λίγο το κλάμα και οι λυγμοί δεν έβγαινε νόημα. Κάτι ψιλές Λα έπιανε και αυτές εκτός ρυθμού. Αρχίσαμε το παιχνίδι των χιλίων ερωτήσεων, στο ταξιδιωτικό μίνι πακέτο των εκατό. Με τα πολλά-πολλά μάθαμε πως ο προϊστάμενος της, γνωστός στο ευρύ κοινό και ως Ο Μαλάκας, την άλλαξε τμήμα με το έτσι θέλω. Λόγω του ότι την προηγούμενη έχασε το επεισόδιο της Λάμψης. Η κοπελιά τα έβαψε μαύρα. Κοπάνισε πόρτες και ήρθε σε εμάς.

Το κουβεντιάσαμε αρκετά και την ηρεμήσαμε. Το τμήμα παρέχει και DJ εκτός από ψυχολόγους. Τελικά αποφάσισε να τα μαζέψει και να πάει σπίτι της να χαλαρώσει. Μας ζήτησε έναν από το team να τη συνοδέψει ως το αμάξι της, γυναίκες… Τραβάμε ξυλάκια και ο κλήρος πέφτει σε εμένα, άντρες...

Το θέμα ήταν να φύγουμε διακριτικά. Καλούμε ασανσέρ, βγαίνουμε στο ισόγειο και χωρίς πολλές κουβέντες εγκαταλείπουμε το κτίριο. Δεν υπήρχε λόγος να καθόμαστε να εξηγούμε την ιστορία της ζωής μας στον καθένα. Έτσι και γίνεται. Έρχεται το ασανσέρ. Μπαίνουμε μέσα. Φτάνουμε στο ισόγειο. Βγαίνει η κοπελιά πρώτη και κλείνει η πόρτα στα μούτρα μου. Κλειδώθηκα στο ασανσέρ!

Έλιωσα στην κυριολεξία από τα γέλια! Αυτά συμβαίνουν μόνο στις ταινίες! Άκουγα απ’ έξω που μαζεύτηκαν δυο τρία άτομα και ρωτούσαν «Ποιος γελάει εκεί μέσα;». Κάποιος ήθελε να κάτσει να μου κρατήσει και παρέα μέχρι να με βγάλουν από μέσα μην τυχών και χρειαστώ κάτι. Η Τουαλέτα ευτυχώς δεν ήταν στη λίστα προτεραιοτήτων μου, το κτήριο ήταν γεμάτο κόσμο μέρα μεσημέρι, δεν ήμουν έγκυος και δεν είχα κανένα επείγον ραντεβού. Μετά από κανένα πεντάλεπτο τελείωσε το πανηγύρι.

Πάλι καλά που είχαν κάνει συντήρηση πριν από δυο εβδομάδες.



Την επόμενη μέρα…

Περασμένες επτά το απόγευμα. Η εταιρία έχει αδειάσει. Αποφασίζουμε με το συνάδελφο που έχουμε ξεμείνει πως είναι ώρα να πάμε και εμείς σπίτια μας.
Από συνήθεια ο άλλος πάει να καλέσει το ασανσέρ.
«Βιάζομαι, δεν έχω όρεξη να περιμένω να με βγάζουν πάλι» του λέω.
«Ναι, έχεις δίκιο..»
Κατεβαίνουμε με τις σκάλες και στο ισόγειο βλέπουμε δυο τύπους. Βασικά τον έναν είδαμε ο άλλος είχε κλειδωθεί μέσα στο ασανσέρ.
«Μόλις βγήκα έκλεισε η πόρτα πίσω μου!»

Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2006

Γείτονες – Τα πλάσματα του πάνω ορόφου - Ο εγγλέζος

Μετά από ένα διάστημα χωρίς κανέναν πάνω από το κεφάλι μας έρχεται η είδηση. Το διαμέρισμα νοικιάστηκε. Κλασσικές συζητήσεις και αναλύσεις με το τι φρούτα θα μπορούσαν να μας έρθουν.

Μια μέρα όταν επέστρεψα σπίτι είδα την είσοδο γεμάτη χώματα, πιο πολλά και από του κήπου, με κατεύθυνση προς το ασανσέρ. Είχαν έρθει. Τετραμελή οικογένεια. Ο πατέρας με τη σύζυγο του και τα δυο παιδιά τους. Ήταν εγγλέζοι. Αυτό ήταν καλό; Ήταν κακό; Κανείς δε μπορούσε να ξέρει μέχρι να πέσει η αυλαία.

Τον πρώτο καιρό έκαναν πολύ φασαρία. Ακούγαμε τα παιδιά να μαλώνουν μεταξύ τους. Τους γονείς να φωνάζουν στα παιδιά, που μάλωναν, και τέλος τις διαμαρτυρίες των παιδιών. Όλα αυτά συνήθως συνέβαιναν μετά την αποχώρηση των φίλων τους που έρχονταν να παίξουν την κιθαρούλα τους, να τραγουδήσουν και να πιουν μερικά καφάσια μπύρες. Γενικότερα θα μπορούσε κάποιος να πει πως υπήρχε ζωή στο διαμέρισμα.

Με το πέρασμα του καιρού… η φασαρία δε μειώθηκε. Δεν πιστεύω να γνώριζαν την ύπαρξη των χαλιών γιατί, χειμώνα – καλοκαίρι, οτιδήποτε ακουμπούσε το πάτωμα ήταν μια πρόκληση για τα αυτιά μας. Να αναγνωρίσουμε τι το προκάλεσε και να δημιουργήσουμε ιστορίες γύρω από τη φωτιά. Θυμάμαι σε μια συγκέντρωση της πολυκατοικίας είχαν εκφράσει το παράπονο πως δεν ανοίγουμε πολύ τα καλοριφέρ και αναγκάζονται να ανάβουν το φούρνο για να ζεσταθούν.

Κάποια στιγμή χώρισε με τη γυναίκα του ή απλά τον παράτησε. Μετά από ένα διάστημα τον εγκατέλειψαν και τα παιδιά του. Βαρέθηκαν να μαλώνουν μαζί του. Το όλο σκηνικό είτε τον έριξε αφάνταστα είτε του άνοιξε περισσότερες πόρτες προς τη μπύρα. Όποτε είχε αέρα δεν άκουγα το θρόισμα των φύλλων αλλά τα μπουκάλια που είχε στο μπαλκόνι του να πέφτουν.

Η προφορά του «εγγλέζου», όπως τον αποκαλούσαν όλοι, αν και καθηγητής φυσικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών, ήταν χάλια. Είτε προσπαθούσε να μιλήσει ελληνικά είτε αγγλικά. Ποτέ δεν κατάλαβα αν οφείλονταν στο ότι δεν ήξερε να μιλήσει ή δεν μπορούσε από το μεθύσι. Πολλές φορές τον είχαν δει να προσπαθεί να ανοίξει με το κλειδί της εξώπορτας την είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας. Άλλες φορές τον βρίσκαμε να κοιμάται έξω από τη δικιά μας, κρατώντας το κλειδί στο χέρι του.

Δε θα ξεχάσω μια μέρα που είχα άδεια και ήμουν μόνος στο σπίτι. Όλα κυλούσαν όμορφα και ήρεμα. Όταν ένας περίεργος ήχος τα κατέστρεψε όλα. Ερχόταν από τα μέσα υπνοδωμάτια. Τι τον προκαλούσε; Σταγόνες νερού που έπεφταν από το ταβάνι, στο σημείο που περνάνε οι σωλήνες για τα καλοριφέρ. Ξεπερνάω το πρώτο σοκ και πάω στον πάνω όροφο να δω τι συμβαίνει.
Η πόρτα μισάνοικτή. Χτυπάω. Καμία απάντηση. Την ανοίγω και φωνάζω για να κάνω αισθητή την παρουσία μου. Τίποτα. Μπαίνω μέσα φωνάζοντας ξανά και άρχισα να κατευθύνομαι προς την κουζίνα που ακούγονταν νερά να τρέχουν. Το σπίτι γενικότερα ήταν πλημμυρισμένο. Κάτι σαν παραλία χωρίς βοτσαλάκια. Διασχίζοντας το διάδρομο του διαμερίσματος έλεγα πως είτε θα βγει από κανένα δωμάτιο κρατώντας τσεκούρι είτε θα δω κανένα πτώμα. Ευτυχώς τίποτα από τα δύο δε συνέβη. Ήταν απλά ένα άδειο διαμέρισμα, και ένας σπασμένος σωλήνας στο νεροχύτη το είχε μετατρέψει σε πισίνα. Η πόρτα ήταν ανοιχτή για τους περαστικούς. Κάτι καθημερινό. Άφησα το εγκεφαλικό να περάσει και έτρεξα να κλείσω το γενική παροχή νερού του ορόφου του. Βγαίνοντας έξω τον είδα να κάνει βόλτες στο δρόμο. Φορούσε το σακάκι του και το βρακί του. Τον πλησιάζω και του αναλύω την κατάσταση.
«Τι ώρα είναι;», με ρωτάει
Του λύνω την απορία, ήταν κάπου 10 με 11 το πρωί
«Μέρα ή νύχτα;»

Μερικούς μήνες μετά πέθανε. Το διαμέρισμα άδειασε ξανά.



Χρειάστηκαν κάπου στους τρεις μήνες δουλειάς από το πρωί έως το βράδυ για να μπορέσουν να επαναφέρουν το σπίτι σε κατάσταση να μπορέσει να μείνει κάποιος μέσα. Ήταν ένα μαύρο καλοκαίρι γεμάτο ζέστη και πολύ φασαρία, από ένα άδειο διαμέρισμα.