Τετάρτη, Νοεμβρίου 30, 2005

Κάτι που διάβασα

«…Αποκτάς καινούριους φίλους και δεν είναι ανάγκη να βρίσκεσαι μαζί τους κάθε μέρα. Όταν βλέπεις πάντα τα ίδια πρόσωπα καταλήγεις στο να γίνουν κομμάτι της ζωής σου. Κι όταν γίνουν κομμάτι της ζωής σου, επιδιώκουν να την αλλάξουν. Αν δεν ανταποκρίνεσαι στις προσδοκίες τους, γκρινιάζουν. Κι αυτό γιατί όλοι οι άλλοι νομίζουν ότι ξέρουν το πώς να πρέπει να ζούμε τη δικιά μας ζωή. Κανείς όμως δε γνωρίζει πως πρέπει να ζει τη ζωή του….»

Απόσπασμα από τον Αλχημιστή του Paulo Coelho.(Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη ΑΒΕ – «Νέα Σύνορα»)

Πέμπτη, Νοεμβρίου 24, 2005

Δεν Έχουμε Ηλεκτρικό

..και εκεί που όλοι ασχολιόντουσαν με το πετρέλαιο εμείς περνούσαμε κρίση στο ρεύμα. Νααα κάτι απίστευτοι λογαριασμοί φουσκωμένοι-φουσκωμένοι. Οι προτάσεις για να ρίξουμε τις τιμές έπεφταν η μια μετά την άλλη.
Το να πάρουμε ποντίκια και να τα βάλουμε να γυρνάνε στο τροχό ή να συνδέσουμε το ποδήλατο με μια μικρή γεννήτρια, διότι είναι κρίμα να κάθεται, ήταν καταδικασμένες. Το να υπάρχει φως μόνο στους χώρους που κάποιος αναπνέει ήταν μια αρχή. Αργότερα σκεφτήκαμε να αντικαταστήσουμε τις λάμπες με κεριά. Να καταργήσουμε το ψυγείο ήταν μια άλλη λαμπρή ιδέα που τέθηκε στο τραπέζι των συζητήσεων, τουλάχιστον για το χειμώνα που θα μπορούσαμε να ακουμπάμε τα κατεψυγμένα στο μπαλκόνι. Μια από τις τελευταίες ήταν να κατοικήσουμε στα σπίτια φίλων, να γνωριστούμε καλύτερα βρε αδελφέ.
Το θέμα έμεινε στη συζήτηση. Απλά που και που έπρεπε να απαντήσω σε ερωτήσεις όπως πόσο ρεύμα καίει ο υπολογιστής ή αν είμαι σίγουρος πως ο ενισχυτής μου δε γράφει στο ρολόι όταν είναι κλειστός. Ασχολίαστα.

Ένα απόγευμα που γύρισα σπίτι μετά τη δουλειά, η μέρα είχε αρχίσει να μικραίνει και σκοτείνιαζε νωρίς, μπαίνω μέσα και βλέπω τα πάντα σκοτεινά. Δεν υπήρχε λόγος να φωτίσω εγώ το μέρος μιας και δε σκόπευα να καθίσω στο σαλόνι και προχώρησα στο δωμάτιο μου. Έκατσα στο γραφείο πάτησα να ανάψει το λαμπατέρ και ασχολήθηκα με τον υπολογιστή. Μετά από λίγο, μόλις ξεκόλλησα από τον υπολογιστή, διαπιστώνω πως είμαι ακόμα μέσα στα σκοτάδια. Παίζω με το διακόπτη αλλά τίποτα. «Ωραία», σκέφτομαι, «πριν μια βδομάδα άλλαξα λάμπα και πάλι δε δουλεύει». Κάποια στιγμή η ανάγκη με έκανε να κατευθυνθώ προς το μπάνιο. Πατάω το διακόπτη. Πουθενά φως. Βγάζω το μπλοκάκι «μη ξεχάσω…» και συμπληρώνω «να κόψω το χέρι μου». Έτσι και εγώ, από ανάγκη και μόνο, αναγκάζομαι να μπω στο σκοτεινό μπάνιο ενώ στο δωμάτιο έπαιζε το «φοβάμαι» των «μπλε». Καλά δεν είχα μουσική αλλά θα ταίριαζε. Αράζω λοιπόν στο θρόνο και αρχίζω να διαιρώ το 6463127421795929 με το 3573, για να περάσει η ώρα μιας και δε μπορούσα να διαβάσω. Όταν ξαφνικά αρχίζει να ξημερώνει! Πάντα μου άρεσε η ανατολή περισσότερο από τη δύση αλλά δε περίμενα να το ζήσω σε αυτό με μέρος. Οι λάμπες άρχιζαν να φωτίζουν σιγά-σιγά μέχρι που έφτασαν στα φυσιολογικά τους επίπεδα. Τρέχω στο δωμάτιο, ελέγχω το φωτιστικό και βρίσκω να έχει μια παράξενη λάμπα «οικονομίας», σε τι κάνει οικονομία δεν το ξεκαθάριζε.
Με την επιστροφή της αδελφής μου στο σπίτι ξεδίπλωσε και το κουβάρι του μυστήριου. Τα πράγματα ήταν απλά. Βρήκε κάτι λάμπες που δεν έκαιγαν πολύ ρεύμα, λογικό αφού πρέπει να αλλάξει ο χρόνος για να φωτίσουν, και τις αγόρασε. Βέβαια προχώρησε και στο να αλλάξει σχεδόν όλες της λάμπες του σπιτιού.

Με τον καιρό τη συνήθισα την αλλαγή. Ακόμα και όποτε ήθελα να μπω στο μπάνιο άναβα το διακόπτη, έκανα ότι ήθελα να κάνω, έβγαινα, άναβε το φως και έκλεινα το διακόπτη. Μη καίμε και τζάμπα ρεύμα. Εκτός αν ήθελα να κάνω μπάνιο που φρόντιζα να τον έχω ανάψει από την προηγούμενη μέρα. Όποτε έμπαινα σε άλλα μπάνια ομολογώ πως δάκρυζα από τη συγκίνηση, μόλις πάταγες το διακόπτη το δωμάτιο λουζόταν στο φως. Ασύλληπτο!
Μετά από μερικούς μήνες οι λάμπες άλλαξαν…. μόνο στο μπάνιο….

Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2005

Σαν σήμερα..


Η σημερινή μέρα, 17 Νοεμβρίου είναι μια μέρα σταθμός για τη ζωή μου, όχι σαν τα κάτω Πατήσια αλλά σαν την Ομόνοια, μεγάλος. Σαν σήμερα το 1993 αγόρασα τον πρώτο μου υπολογιστή!
Ούτε που θυμάμαι πόσα χρόνια το ζητούσα από τους γονείς μου. Ίσως ένας από τους σημαντικότερους λόγους που συνέβαλε στη καθυστέρηση της αγοράς αυτού του κουτιού ήταν οι βαθμολογίες μου στο σχολείο. Ναι, δυστυχώς οι γονείς έχουν το κακό συνήθειο να ανταμείβουν τα παιδία τους για τις σχολικές τους επιδόσεις. Τελικά δεν ήταν η βαθμολογία μου αυτή που βοήθησε στη αγορά αλλά η επίσκεψη των γονιών μου σε ένα θείο μου ο οποίος μόλις είχε αγοράσει υπολογιστή στην κόρη του. Ναι, ήταν κορυφαία μαθήτρια. Μου είναι άγνωστο τι τους είπαν ή τι είδαν, απλά την επόμενη μέρα μου ανακοίνωσαν πως θα αγοράσουμε και εμείς. Δε θυμάμαι αν δάκρυσα αλλά σίγουρα είχα συγκινηθεί.
Το κουτί ήταν της Quest, ίσως και ο λόγος που ποτέ δε συμπάθησα αυτή την εταιρία, 386 DX στα 40 MHz με 4MB RAM και 120ΜΒ σκληρό δίσκο, σήμερα έχω δυο 120GB στον ένα υπολογιστή. Τη μάρκα του monitor δεν την έμαθα ποτέ. Όταν μετά από μερικά χρόνια αγόρασα ένα Sony απορούσα πως είχα κάνει το έγκλημα και δούλευα με εκείνο το στρογγυλό πράμα. Ίσως είχα μαγευτεί από τις πλούσιες ρυθμίσεις που είχε, μπορούσες να αλλάξεις το ύψος αλλά δεν υπήρχε επιλογή για το πλάτος της εικόνας.. απλά θεοί ! Το λειτουργικό σύστημα ήταν το DOS, με λίγα λόγια οτιδήποτε ήθελες να κάνεις το έγραφες. Η λέξη multitasking άγνωστη, κοινός μπορούσες να «τρέξεις» μόνο ένα πρόγραμμα κάθε φορά. Α, υπήρχε και ένα πρόγραμμα με γραφικό περιβάλλον τα windows 3.1 όχι κάτι ιδιαίτερο απλά ήταν ευχάριστο στο μάτι.
Στα windows 3.1 δε μπορούσες να έχεις χύμα τα εικονίδια στο desktop, υπήρχαν folders-group που έβαζες μέσα το shortcut της εφαρμογή που ήθελες. Όταν μου έφεραν τον υπολογιστή και μπήκα για πρώτη φορά στα windows τα folders αυτά ήταν όλα ανοικτά για να βλέπεις τι προγράμματα υπήρχαν, με αποτέλεσμα να κρύβεται τελείως το desktop (περίπου όπως στην εικόνα αλλά δεν υπήρχε το κάτω κενό).
Τις πρώτες μέρες θυμάμαι δεν έκανα και πολύ θαρραλέα βήματα, ως παντελώς άσχετος που ήμουν, πατούσα ότι πίστευα πως δε θα επηρεάσει την ισορροπία του σύμπαντος, του υπολογιστή σε αυτή τη φάση. Η αδελφή μου όμως όχι. Την πρώτη ή δεύτερη μέρα δε θα ξεχάσω που έρχεται η αδελφή μου και λέει πως κάτι χάθηκε από τα windows. Ακολούθησε ένα τυπικό κατσάδιασμα και έκατσα να δω τι είχε γίνει. Καταστροφή! Ένα ολόκληρο group είχε χαθεί! Κατευθείαν πλακώνομαι στο διάβασμα κάτι βιβλίων που μου είχαν φέρει για τα windows. Εκείνη τη μέρα έμαθα για την ύπαρξη του κουμπιού minimize.

Τρίτη, Νοεμβρίου 15, 2005

Τι χρώμα είπαμε;

Ακούω συζητήσεις. Η εξώπόρτα κλείνει. Από τα σχόλια πως θα αργήσω στη δουλειά υπολογίζω πως έχω ένα τέταρτο ακόμα χουζούρεμα. Η εξώπορτα ανοίγει και είναι ο πατέρας μου που έχει επιστρέψει από κάπου. Μετά από λίγο μπαίνω και εγώ στη διαδικασία να ανοίξω τα μάτια μου.
Το φως που έμπαινε στο δωμάτιο, η θερμοκρασία της μύτης μου και οι μουντοί ήχοι που λάμβαναν τα αυτιά μου με οδήγησαν στη πρώτη σκέψη της ημέρας. Το χοντρό χειμωνιάτικο μπουφάν μου. Αμέσως μετά ακολούθησε η πρώτη απορία της ημέρας. Που βρίσκεται; και η έκφραση φρίκης όταν συνειδητοποίησα πως δε θυμόμουν πως είναι! Μαύρο; Κίτρινο; Μπλε; Το σίγουρο είναι πως ήταν ζεστό.
Η αναζήτηση ξεκινά. Μετά από ένα μανιώδες πολύωρο ψάξιμο των δυο λεπτών αποφασίζω να «το πάρει ο μαύρος χείμαρρος».
- Μάνα έχεις δει το μπουφάν μου;
- Το μαύρο;
- Α, μαύρο είναι;
Δε θα αναφέρω τα σχόλια που ακολούθησαν.
Παίρνει το βλέμμα της μάνας που γνωρίζει που βρίσκετε το κάθε τι στο σπίτι της και την ακολουθώ. Μετά από αρκετό ψάξιμο αρχίζουν οι απορίες του στυλ πως και το θυμήθηκα τώρα, δε το χρειάζομαι ακόμα και κλείνει με το «καλά θα το βρω μέχρι να γυρίσεις». Κάπου εκεί μπαίνει και ο πατέρας στη κουβέντα με την καθησυχαστική του παρατήρηση πως πριν από λίγο ήταν έξω και ο καιρός είναι γλυκός, δε χρειάζεται μπουφάν. Κάτι θα ξέρουν. Έβαλα μια μπλούζα και έφυγα για δουλειά.
Μόλις έφτασα στη στάση άρχισε να βρέχει. Όλοι όσοι έφταναν στη στάση φορούσαν μπουφάν, κρατούσαν ομπρέλα και με κοιτούσαν. Ένιωθα σαν το μοναδικό άτομο που δεν είχε διαβάσει το σενάριο της ημέρας. Ένας παππούς μάλιστα όπως με είδε άνετο με τη μπλουζίτσα με ρώτησε από πού ήμουν. Τι περίμενε να ακούσει, από τη Γροιλανδία;
Όταν επέστρεψα σπίτι, με μια ελαφριά απόχρωση του μπλε, με περίμενε μια στοίβα πάνω στο κρεβάτι με ρούχα που αγνοούσα την ύπαρξη τους. Στη κορυφή το μπουφάν!
- Α, μπεζ ήταν;