Τρίτη, Νοεμβρίου 15, 2005

Τι χρώμα είπαμε;

Ακούω συζητήσεις. Η εξώπόρτα κλείνει. Από τα σχόλια πως θα αργήσω στη δουλειά υπολογίζω πως έχω ένα τέταρτο ακόμα χουζούρεμα. Η εξώπορτα ανοίγει και είναι ο πατέρας μου που έχει επιστρέψει από κάπου. Μετά από λίγο μπαίνω και εγώ στη διαδικασία να ανοίξω τα μάτια μου.
Το φως που έμπαινε στο δωμάτιο, η θερμοκρασία της μύτης μου και οι μουντοί ήχοι που λάμβαναν τα αυτιά μου με οδήγησαν στη πρώτη σκέψη της ημέρας. Το χοντρό χειμωνιάτικο μπουφάν μου. Αμέσως μετά ακολούθησε η πρώτη απορία της ημέρας. Που βρίσκεται; και η έκφραση φρίκης όταν συνειδητοποίησα πως δε θυμόμουν πως είναι! Μαύρο; Κίτρινο; Μπλε; Το σίγουρο είναι πως ήταν ζεστό.
Η αναζήτηση ξεκινά. Μετά από ένα μανιώδες πολύωρο ψάξιμο των δυο λεπτών αποφασίζω να «το πάρει ο μαύρος χείμαρρος».
- Μάνα έχεις δει το μπουφάν μου;
- Το μαύρο;
- Α, μαύρο είναι;
Δε θα αναφέρω τα σχόλια που ακολούθησαν.
Παίρνει το βλέμμα της μάνας που γνωρίζει που βρίσκετε το κάθε τι στο σπίτι της και την ακολουθώ. Μετά από αρκετό ψάξιμο αρχίζουν οι απορίες του στυλ πως και το θυμήθηκα τώρα, δε το χρειάζομαι ακόμα και κλείνει με το «καλά θα το βρω μέχρι να γυρίσεις». Κάπου εκεί μπαίνει και ο πατέρας στη κουβέντα με την καθησυχαστική του παρατήρηση πως πριν από λίγο ήταν έξω και ο καιρός είναι γλυκός, δε χρειάζεται μπουφάν. Κάτι θα ξέρουν. Έβαλα μια μπλούζα και έφυγα για δουλειά.
Μόλις έφτασα στη στάση άρχισε να βρέχει. Όλοι όσοι έφταναν στη στάση φορούσαν μπουφάν, κρατούσαν ομπρέλα και με κοιτούσαν. Ένιωθα σαν το μοναδικό άτομο που δεν είχε διαβάσει το σενάριο της ημέρας. Ένας παππούς μάλιστα όπως με είδε άνετο με τη μπλουζίτσα με ρώτησε από πού ήμουν. Τι περίμενε να ακούσει, από τη Γροιλανδία;
Όταν επέστρεψα σπίτι, με μια ελαφριά απόχρωση του μπλε, με περίμενε μια στοίβα πάνω στο κρεβάτι με ρούχα που αγνοούσα την ύπαρξη τους. Στη κορυφή το μπουφάν!
- Α, μπεζ ήταν;

Δεν υπάρχουν σχόλια: