Βράδυ Σαββάτου. Ο προϊστάμενος για άλλη μια φορά άρρωστος αγκαλιά με το κρεβάτι του. Μόνη επίσκεψη η μητέρα του, η οποία έχει βάλει όλη τη τέχνη της να φτιάξει τη θεραπευτική της κοτόσουπα πνιγμένη στο λεμόνι. Ο προϊστάμενος την απεχθάνεται.
Μπαίνει αργά αργά στο υπνοδωμάτιο του κρατώντας το βαθύ πιάτο προσεχτικά, μη χυθεί η παραμικρή σταγόνα στο πάτωμα. Το ακουμπάει στο κομοδίνο. Σηκώνει τον ασθενή να κάτσει στο κρεβάτι, ώστε να μη πνιγεί, και αρχίζει να τον ταΐζει. Αυτός αδύναμος να αντιδράσει, από τον πυρετό, το υπομένει.
Αρχικά ο μόνος ήχος που ακούγετε είναι τα δόντια που ακουμπάνε το κουτάλι.
Μετά, μπαίνει η κασέτα.
«Όταν σε είχα σπίτι και σε φρόντιζα δε μου αρρώσταινες. Τώρα κάθε δεύτερη βδομάδα είσαι στο κρεβάτι. Αλλά έτσι είναι, αφού δε σας αρέσουν τα υγιεινά και τρώτε όλο βλακείες από τα έτοιμα. Πως μπορείτε και βάζετε μέσα σας αυτά τα σκουπίδια ποτέ δε το κατάλαβα βρε παιδάκι μου.. και αυτή η coca cola πωπω ότι χειρότερο υπάρχει. Ο πατέρας σου τις προάλλες τη χρησιμοποίησε για να ξεσκουριάσει κάτι βίδες και εσύ την καταναλώνεις με τα λίτρα. Τι να σου πω βρε παιδάκι μου ο θεός να σας έχει καλά.
Ωραία, ζεστή δεν είναι η σούπα; Θα σου φτιάξω και το βράδυ. Τόσα χρόνια κοντά μου δε μάθατε να τρώτε σωστά εγώ όλα σας τα έμαθα και σας τα έδειχνα αλλά από το ένα αυτί έμπαινε από το άλλο έβγαινε. Οι τοίχοι περισσότερα μάθανε αλλά δεν έχουν στόμα να μιλήσουν. Η αδελφή σου τουλάχιστον κάτι πήρε και έμαθε να μαγειρεύει κουτσά στραβά, εσύ τίποτα. Για διακόσμηση την έχεις μόνο την κουζίνα. Να δω βρε κακομοίρη μου ποια θα σε πάρει που δεν ξέρεις να κάνεις το παραμικρό σε αυτό το σπίτι. Η αυτονομία σε μάρανε, να φύγεις από κοντά μας και να μείνεις μόνος σου και τι κατάλαβες; …»
Μια κουταλιά με πολύ λεμόνι.
«Μη μου στραβομουτσουνιάζεις. Είχε πολύ λεμόνι; Δε πειράζει καλό σου κάνει κακό δε σου κάνει. Τι σου είπε ο γιατρός, ίωση; Κρύωσες ε; Αφού δε ντύνεσαι. Μου το παίζεις παλικαράκι και κυκλοφορείς με το πουκαμισάκι Δεκέμβριο μήνα. Οι εποχές έχουν αλλάξει δεν είναι όπως ήταν ο καιρός έχει αγριέψει πρέπει να ντύνεσαι καλά, να φοράς κασκόλ και σκουφάκι. Έτσι σας έντυνα εγώ όταν ήσασταν μικρά και δε μου παθαίνατε τίποτα… Αλλά μην αρχίσω τώρα. Τελείωνε με τη σούπα, πρέπει να φύγω με περιμένει και ο πατέρας σου να του μαγειρέψω να φάει, θέλει να φύγει»